Friday, November 10, 2006

Για το πιάνο μου φώναξα ειδικό.


Δεν είναι δικό μου - το είχα διαβάσει παλιότερα, ένα μικρό διήγημα, δεν θυμάμαι καν τον συγγραφέα και μου είχε από τότε εντυπωθεί βαθιά -. Θα προσπαθήσω να το αποδώσω με τον τρόπο μου.
...................
Κάποιος βρέθηκε ξάφνου μετέωρος στη ζωή του. Κόπηκε η ζωή του στα δυο, ένα ρυάκι κύλησε ήρεμα μέσα στη ρεματιά -που μπορεί και μόνος του να την είχε φτιάξει- με ένα σκοτεινό νερό όπου τίποτα δεν καθρεφτιζόταν πια.
Απόμεινε μόνος μέσα σε μπερδεμένα πράγματα, αποσκευές ασήκωτες.
Ώσπου ένα πρωί...
Φώναξε τον ξεκουρδιστή των πιάνων.
Ήρθε με το βαλιτσάκι του, ένας ευχάριστος τύπος, πρώην πιανίστας. Αφού έπαιξε ένα υπέροχο κομμάτι να δει αν το πιάνο ήταν καλά κουρδισμένο, έβγαλε τα εργαλεία του και άρχισε με επιμέλεια περισσή, υπομονή κι ευσυνειδησία να το ξεκουρδίζει.
Όταν έφυγε, το πιάνο έβγαζε την ίδια γοερή κραυγή, όποιο και να πατούσες πλήκτρο.

Την άλλη μέρα φώναξε τον ξυλουργό.
Ήρθε με τον βοηθό του. Μέχρι το βράδυ, όλα τα έπιπλα ήσαν ένας άμορφος σωρός, στη μέση στο σαλόνι, από σπασμένα, ξεβιδωμένα, σκισμένα ξύλα και υφάσματα.

Μετά, ο ηλεκτρολόγος, έριξε πάνω στο σωρό τα ξηλωμένα καλώδια και, πάνω σ΄ αυτά, ο υδραυλικός, τους σωλήνες, τις βρύσες τα πλακάκια κι ακόμα πιο πάνω, παράθυρα, πόρτες, τζάμια, κάγκελα.

Σαν ήρθε ο σοβατζής, του είπε να αρχίσει να γκρεμίζει τους σοβάδες της κρεβατοκάμαρας τους ποτισμένους καπνό και κραυγές ερωτικές.

Φώναξε και όλους τους άλλους απ΄όπου είχε αγοράσει πράγματα και τα πήραν πίσω.

Του πήρε κάμποσο καιρό για όλα αυτά, μα γκρέμιζε τη ζωή του σταθερά.

Ο εργολάβος, που πρώτη φορά έκανε τέτοια δουλειά, έφερε μπουλντόζες, εκσκαφείς, φορτηγά και εργάτες πολλούς. Και σε δυο μέρες τίποτα δεν υπήρχε στο, άδειο πια, οικόπεδο.

Και μετά ο κηπουρός ξερίζωσε όλα τα λουλούδια και τα δέντρα.

Το άλλο πρωί στάθηκε όρθιος στη μέση του έρημου οικόπεδου.
Σαν ήρθε ο ράφτης το απομεσήμερο, ήταν ακόμα όρθιος. Και έτσι έμενε όση ώρα εκείνος του ξήλωνε τις ραφές των ρούχων του και του έκοβε τα κουμπιά, βάζοντας τα κομμάτια από τα υφάσματα το ένα πάνω στο άλλο.
Ο ράφτης σαν τελείωσε, τα μάζεψε όλα κάτω από τη μασχάλη του και έφυγε.

Απόμεινε ολόγυμνος στο νυσταγμένο ήλιο, ελεύθερος, να ξεκινήσει τη νέα του ζωή.
.....................................

Έτσι τελείωνε το διήγημα.
Και εγώ το πήγα πιο πέρα.
..............
Ένα σμάρι πουλιά πέρασε ψηλά. Σήκωσε το κεφάλι, τα κοίταξε, παράξενα πουλιά, σκέφτηκε, δεν τα έχω ξαναδεί- αλλά μπορεί και τα πουλιά να μην ήταν παράξενα και να περνούσαν κάθε μέρα, όμως αυτός δεν τα είχε δει, γιατί σπάνια κοιτούσε ψηλά-.
Μια μικρή, χαριτωμένη, χρυσοκίτρινη σαυρίτσα ξεπρόβαλε από μια πέτρα και τον κοίταζε έκπληκτη, έτοιμη να εξαφανιστεί στην πρώτη του κίνηση.
Ο ήλιος βγήκε δειλά από ένα σύννεφο με σχήμα ενός άγριου δράκοντα.
Ένα μικρό, λιλά αγριολούλουδο, κρυμμένο στα χορτάρια, του έστειλε μια πνοή από ένα ευγενικό άρωμα.

Έκλεισε τα μάτια και κοίταξε μέσα του.
Όλα τα υλικά που είχε χτίσει τη ζωή του μέχρι τώρα,
- έρωτες, τρυφερά βλέμματα, αγγίγματα με τα ακροδάχτυλα σε απαλές σάρκες, μικροχαρές καθημερινές, ανόητες, Πασχαλινές λιακάδες με ουζάκι, κυνηγητά ευτελών πραγμάτων, σωρούς αποκτημένων με κόπο, μα άχρηστων γνώσεων, Καιάδες όπου είχε πετάξει, ασυλλόγιστα, πράγματα που αγάπησε και τόσα άλλα, ώρες που είχε ξοδέψει μετρώντας κόκκους άμμου και μοιράζοντάς τις με κάποια, βιβλία ρουφηγμένα μέχρι την τελευταία σελίδα-

ανάκατα ήταν ριγμένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν ένα έρμα που τον τραβούσε χρόνια τώρα.
Τα ανασκάλεψε, έψαξε για ώρες στο σωρό. Μα όσο κι αν έψαξε, δεν βρήκε:

ένα σμάρι παράξενα πουλιά που δεν είχε ξαναδεί,
μια χρυσοκίτρινη, έκπληκτη σαυρίτσα,
έναν ήλιο να βγαίνει από το στόμα ενός άγριου δράκοντα,
ένα ευγενικό άρωμα από ένα ταπεινό αγριολούλουδο.

-Α, σκέφτηκε, να τα υλικά που θα χτίσω τη νέα μου ζωή.
..............
Ξεκίνησε με ένα διστακτικό βήμα.
Η μικρή, χαριτωμένη, χρυσοκίτρινη σαυρίτσα τον ακολούθησε.

0 Comments:

Post a Comment

Subscribe to Post Comments [Atom]

<< Home

eXTReMe Tracker
SECRET GARDEN lyrics